ανοιχτο ηλεκτρονικο ημερολογιο ενος συγγραφεα

σκεψεις...

Ετικέτες

Ο (1) τι δεν... (1)

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Απόσπασμα...


Απόσπασμα από το 8ο βιβλίο

της 11/λογίας της Υπαρξιακής Αναρχίας/Εσχατολογικής Ουτοπίας

Η ΕΣΧΑΤΗ ΑΝΑΡΧΙΑ

(3 έντυπες εκδόσεις + 1 σε e-book)

 

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΚΑΠΟΙΟΥ Οκτώβρη ήταν, όταν έχασα την Άννα. Όταν έσβησε ο κόσμος, η χαρά η ελπίδα, το κουράγιο να υπάρχω. Κοντολογίς, όταν μπήκα οργισμένος, έκπληκτος, σφαγ­μένος στο τούνελ του πιο φριχτού πόνου.
Ήμασταν στο τζαμωτό του κήπου. Εγώ διάβαζα κι εκείνη άκουγε μουσική. Ένιωθα τ’ απαλό, στοργικό της βλέμμα, μόνιμα, φωλιασμένο πάνω μου και μια ανείπωτη ευτυχία διαπερνούσε και το τελευταίο μου κύτταρο. Ο φλογισμένος δίσκος του ήλιου είχε αρχίσει να βυθίζεται στην υδάτινη γραμμή του ορίζοντα. Τα γυμνά κλαδιά των δέντρων του κήπου, νόμιζες πως καίγονταν στο κόκκινο φως εκείνης της δύσης.
Ναι. Μια μέρα Οκτώβρη ήταν.                                      
Τώρα, είναι εκείνη η μέρα σ’ επανάληψη. Είναι το τώρα μέσα στο τότε. Πρόκειται να ξαναζήσω τον μέγιστο πόνο.
Πρώτα κοιτάω τον ήλιο που σβήνει στα νερά και ύστερα το πρόσωπο της Άννας. Σε λίγο, θυμάμαι πολύ καλά, ξέρω, θα γεί­ρει το κεφάλι της λαβωμένη από το πρώτο χτύπημα του θανάτου και θα μου πει:
«Τίτο, αγάπη μου, φεύγω. Σε χάνω. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να γίνει αυτό. Κουράγιο».
Εγώ θα τρέξω κοντά της.
«Πού πας Άννα;» θα πω, με λόγια από καυτό μολύβι, από κεραυνούς.
Ο αποχαιρετισμός της θα ’ναι ένα βλέμμα που σφάχτηκε στη συνέχεια του χρόνου. Ένα βλέμμα, που καμιά δημιουργός αιτία, δεν μπορεί ν’ αντικρίσει.
Ακριβώς έτσι θα πεθάνει, σε λίγο η Άννα μου. Κι αυτό δεν το ξαναζεί άνθρωπος.
«Άννα, γιατί πρέπει να επαναληφτεί αυτό;» ρωτώ.
«Δε θα γίνει έτσι. Ο ήλιος θα δύσει. Θα ’ρθει η νύχτα και μετά μια άλλη, άλλες αμέτρητες, ευτυχισμένες μέρες, που θα μας βρίσκουν μαζί πάντα. Να, ήδη, ο χρόνος που θα συνέβαινε ό,τι φοβάσαι, πέρασε. Να, τώρα πηγαίνουμε για το σπίτι. Ανοίγουμε την πόρτα του. Ανάβουμε το φως. Αγκαλιαζόμαστε. Σε φιλώ. Αγόρι μου. Ο θάνατος δεν ήρθε, όπως τότε, μέσα στο τότε, που είναι τώρα. Ούτε θα ’ρθει ξανά, για κανέναν, για οτιδήποτε. Τώ­ρα πια, βλέπεις, είμαστε στο έσχατο του πραγματικού, αγαπημέ­νε μου».
«Με ή χωρίς σκέψη, ο χωρόχρονος επανορθώνει τα όνειρα, τους εφιάλτες, πες, του Θεού», λέω και η Άννα με κοιτά με βλέμμα ανάμεσα στο όχι και στο ναι, οπότε, εγώ επιμένω:
«Δεν είναι έτσι Άννα;»
«Ποιος μπορεί να ξέρει. Ίσως κι αυτό που ζούμε να ’ναι ένα όνειρο του Θεού. Ίσως».
«Το τελευταίο όνειρο;» της κάνω.
«Τελευταίο ή όχι, εσύ δεν πρέπει ν’ ανησυχείς σε καμιά περίπτωση. Ο εφιάλτης, όπως τον είπες, πέρασε. Να, βεβαιώσου για μια ακόμα φορά: αγκάλιασέ με, σφίξε με, φίλησέ με. Είναι για πάντα ολ’ αυτά, Τίτο. Για παντοτινά».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου