ανοιχτο ηλεκτρονικο ημερολογιο ενος συγγραφεα

σκεψεις...

Ετικέτες

Ο (1) τι δεν... (1)

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015


14η Άποψη:
Από την εκδήλωση για τα 50 χρόνια της λογοτεχνικής παρουσίας μου, την 17/5/13 στο βιβλιοπωλείο ARS NOCTURNA Λέκκα 23-25 αθήνα)
 
Ο ποιητής ΜΑΞΙΜΙΑΔΗΣ ΣΙΜΟΣ είπε:
Ø Ο Διαμαντής Φλωράκης είναι για μένα μια τεράστια μορφή, ένας άνθρωπος που αγαπώ και κάποια στιγμή μίσησα. Πάλεψα πολύ με τα γραπτά του, όχι για να τα καταλάβω, ούτε και ν αποσπάσω κάποιο νόημα απ αυτά, μα πιο πολύ για να τ αποφύγω.
Να φύγω μακριά απ την ακατανίκητη έλξη που μου ασκούσαν και ασκούν.
Δε μπορώ να πω καλά λόγια για τα βιβλία του, δε μπορώ να πω καλά λόγια για τον ίδιο.
Ένας άνθρωπος που είναι σε θέση να δημιουργεί τέτοιους μύθους είναι πέρα απ΄ αυτά.
Αν κάτι δε του συγχωρώ, στ αλήθεια το λέω, είναι ότι γράφει σαν παιδί, ένα παιδί που παίζει με το υπερβατικό, ένα παιδί που ενώ γνωρίζει ότι οι λέξεις λίγα πράγματα μπορούν να πουν, εν τούτοις τους δίνει ανάσα, ζουμιά, πνοή, σάρκα, σε κάνει να πιστέψεις ότι το πιο αληθινό πράγμα που υπάρχει είναι ο τρόπος που παίζει με τις λέξεις.
Είναι πολύ σοβαρό πράγμα να παίζεις με τις λέξεις, είναι πολύ μεγάλη η ευθύνη να λες πράγματα που άλλοι τα κλείνουν σε δυσνόητους λαβύρινθους , ξαφνικά να τα έχεις μπροστά σου απτά, απλά, απλόχερα, γενναιόδωρα.
Και ξεγελιέσαι , μπαίνεις στον κόσμο του Διαμαντή Φλωράκη, ανυποψίαστος και γοητευμένος, ίδιος με παιδί κι εσύ. Κι έρχεται η ζωή αργότερα, στις πιο βαθιές, γεμάτες πόνο εκφάνσεις της, να σου δείξει ότι αυτά τα βιβλία είναι γραμμένα από άλλο υλικό.
Κι ακόμη περισσότερο, αισθάνεσαι πως αυτά τα βιβλία, αυτές οι σκέψεις, αυτή η γραφή, δεν είναι του Διαμαντή. Απλώς υπήρχαν κάπου, τα βρήκε ο Διαμαντής Φλωράκης, και στα προσφέρει, όπως κάποιος η κάτι του τα πρόσφερε. Και η προσφορά του, είναι αγνή, ανιδιοτελής, φωτεινή, καθαρή.
Μετριέσαι με τα ευρήματα του, και πάντα κάτι λείπει. Όχι απ αυτά, αλλά από σένα σε σχέση μ αυτά.
Τις συντεταγμένες των βιβλίων του, η τις δέχεσαι όπως είναι και προχωράς, όσο αντέχεις, στο ασύλληπτο τους βάθος, η τις λαμβάνεις ως μερικές γοητευτικές ιστορίες και την γλιτώνεις.
Γι αυτό τον μίσησα, την γραφή του εννοώ.
Κάποια στιγμή -και πως αλλιώς θα μπορούσε να γίνει;- αυτές οι "ιστορίες" αγγίζουν τον πυρήνα σου, το πιο μαλακό υλικό της ψυχής σου.
ΚΑΙ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΓΊΝΟΝΤΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ.
Η τρίτη κατάσταση μεταξύ του ναι και του όχι, η βεβαιότητα ότι κάτι παραπάνω υπάρχει, και η βεβαιότητα ότι δε μπορείς να το αγγίξεις.
Η βεβαιότητα του ότι τίποτα δεν είναι μάταιο, και μαζί ότι όλα είναι τραγικά άδηλα.
Μέσα λοιπόν στο καινούριο πλαίσιο αναφοράς σου , που πια είναι τα βιβλία του Φλωράκη, φτιάχνεις τη δική σου γωνιά. Έχεις ξεχάσει τι έγραψε αυτός ο άνθρωπος. Φτάνει που διάβασες τα βιβλία του, πριν 10 χρόνια , πριν 20, δεν έχει καμία σημασία.
Σ’ έχουν σημαδέψει οριστικά, μπήκες στον κόσμο τους, που κι αυτός εξ αποκαλύψεως φανερώθηκε στον συγγραφέα τους.
Γιατί, τι άλλο κάνει ο Διαμαντής Φλωράκης, απ το να μιλάει και να γράφει, για κάτι που δεν ξέρει, που δεν γνωρίζει, αλλά είναι τόσο ζωντανό, αιώνια παρόν;
Να πω μαζί κι ΑΚΙΝΗΤΟ;
Ε, λοιπόν εδώ υπάρχει η μεγαλύτερη έκπληξη, σε κάνει να αισθάνεται ως μια ακίνητη συνείδηση όπου παρακολουθείς τα καρέ της ζωής σου, τον ίδιο τον Χρόνο να περνάει από μπροστά σου, γίνεσαι ο παρατηρητής του εαυτού σου, ο ακίνητος παρατηρητής του Χρόνου.
Αυτά σε μένα συνέβησαν μετά από χρόνια, σκεφτόμενος, δίχως να το θέλω, τις γραφές του Διαμαντή Φλωράκη. Απέκτησαν τη δική τους ζωή μέσα μου, τόσο καιρό έκαναν την δουλειά τους, οι διεργασίες τους αόρατες κι ανεπαίσθητες, και στο τέλος βρέθηκα να είμαι τμήμα, μέρος αυτών των βιβλίων.
Και πιστεύω στους περισσότερους που αφέθηκαν στη γραφή του, συνέβη αυτό.
Δεν υπάρχουν λόγια για τον Διαμαντή Φλωράκη. Στις λίγες ώρες που τον γνώρισα από κοντά, και μίλησα μ αυτόν και την κυρία Φωτεινή, είδα δύο υπέροχους ανθρώπους, δυο πραγματικά υπέροχους ανθρώπους, κι αισθάνομαι πολύ τυχερός, πάρα πάρα πολύ τυχερός..
Δε ξέρω, δε θέλω να ξέρω, πόσο μακριά θα φτάσουν τα βιβλία του, είμαι σίγουρος πως κάτι πολύ μεγάλο, τρομακτικά αθώο κατοικεί σ αυτά.
Έτσι, θέλω να κλείσω, γιατί δε μπορώ να βρω άλλες λέξεις, δε θέλω να πω άλλες λέξεις για την γραφή του Διαμαντή Φλωράκη.
ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ΑΘΩΕΣ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ.
 
 

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ
16/χρονο (1999 – 2015)
 
 ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
 
 ΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ (2.000+ likes)
 
1/3/2002 (111)
ØΣκέφτομαι: Το ηθικοπνευματικό δυναμικό του ανθρώπινου είδους αθροίζεται μέσα στην κινούμενη εικόνα του κόσμου. Στην Ιστορία. Οι κόκκοι της εικόνας είναι η ιστορία του καθενός μας. Όπως είπε κάποιος σοφός, η κάθε ανήθικη πράξη ματώνει την εικόνα του Κόσμου. Και η κάθε ηθική, τη γεμίζει με Φως. Ήγουν, η ιστορία μας δεν εξυπηρετεί κυρίως τους σκοπούς της Ιστορίας, αλλά και τους δικούς μας, οι οποίοι τελικά ορίζουν κι εκείνους της Ιστορίας. (Αυτό είναι μία αντιστροφή της ρήσης του Χέγκελ).
 

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ
16/χρονο (1999 – 2015)
 
 ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
 
 ΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ (2.000+ likes)
 
13/3/2002 (114)
ØΛέει κάπου ο Καμύ: «Το ν’ αρχίσεις να σκέφτεσαι, σημαίνει πως άρχισες ήδη ν’ αποκάμεις».
Σκέφτομαι: Από αυτήν ακριβώς την κόπωση προσπαθεί η Φύση να προφυλάξει τον μέσο άνθρωπο, όταν του φράζει τους δρόμους προς το Ουσιαστικό. (Αυτό μπορεί να είναι μία εξήγηση για πολλά πράγματα. Ακόμα και για την τηλεθέαση των σκουπιδιών. Την ανάγνωση, τη θέαση του ασήμαντου. Την ακρόαση της παραμουσικής, την κυριαρχία του ασήμαντου. κ.α. Και τίποτα δεν αποκλείει την περίπτωση να υπάρχει σοφία σε αυτή τη θέληση της Φύσης. Γιατί το αντίθετο προϋποθέτει ηθικό αντίκρισμα πίσω από το φαινόμενο της Ύπαρξης. Κι αυτό είναι, ήταν και θα είναι το Μέγα ζητούμενο).

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015


 

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα:
“ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ”
(σελίδα 152 της 3ης έντυπης έκδοσης)
 
(Η προέκταση της όποιας ενέργειας του κάθε όντος, ακόμα και η κίνηση ενός σωματιδίου ύλης, ενός γαλαξία, ή και όλης της συμπαντικής μάζας, τείνει προς το σημείο ταύτισης της Ύπαρξης προς την Ουσία της. Η αγωνία, ο πόνος, το αίμα, η συμπαντική εντροπία, τον αντίποδά τους αναζητούν. Τον Θεό ψάχνουν, ή δημιουργούν).
 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ
16/χρονο (1999 – 2015)
 
 ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
 
 ΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ (2.000+ likes)
 
2015-11-19 (573)
? Το ερώτημα ήταν αυτό: “Πώς φαντάζεστε μια ιδανική σοσιαλιστική χώρα;”
Έτσι: Μια χώρα της οποίας ο κάθε πολίτης σκέφτεται τι θα προσφέρει στους συμπολίτες τους και όχι τι θα αρπάξει από αυτούς, απάντησα.

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ
16/χρονο (1999 – 2015)
 
 ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
 
 ΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ (1.900+ likes)
24/3/2002 (116)
ØΟ ευθύγραμμος χρόνος σκορπίζει μία αίσθηση σκοπού, ελπίδας, επανόρθωσης. Αντίθετα, η αίσθηση του κυκλικού χρόνου μοιάζει μ΄ εκείνη του μάταιου, του άσκοπου, του Σισύφειου μαρτυρίου. Του χωρίς Θεό Κόσμου.
 

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα:
“ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ”
(Εκείνη η νύχτα του Νοέμβρη…)
………………………………….
Το μέσα του θύμα έπρεπε να αντισταθμίσει τον μέ­σα του θύτη.
(Πρόταση: Ψάξτε να βρείτε που είναι θύμα το κάθε ον και τι, δικαιολογημένα, αντισταθμίζει αυτό το γε­γονός. Ψάξτε, δηλαδή, για να βρείτε την υποχρέωση για συγγνώμη, αγάπη -από το ελάχιστο μέχρι το μέγι­στο-). Και τότε ο Ροβύρος άρχισε να θυμάται, σα να ’ταν χτες, την πρώτη από τις δύο φορές, που τα αι­σθήματα, ο εαυτός του, οι άνθρωποι, ο Κόσμος, ο Θεός πέθαναν μέσα του:
Βράδυ, γύρω στις οχτώ, στου Λουμίδη της Σταδίου. Είναι η φοβερή, απρόβλεπτη νύχτα εκείνου του Νο­έμβρη. Μισή ώρα πριν, έχει αφήσει την Αναστασία και την Πετρούλα στο σπίτι των πεθερικών του, με την υπόσχεση ότι θα επιστρέψει κατά τις εννιά. Το ισόγειο όπως και το πατάρι είναι γεμάτα από κόσμο. Όλοι συζητούν για τα γεγονότα του Πολυτε­χνείου, που δείχνουν να πλησιάζουν τη δραματική τους κορύφωση.
Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη. Το πλήθος, κυ­ρίως νέοι, που ανεβαίνει τη Σταδίου είναι ανήσυχο. Μερικοί, κοιτώντας προς την Ομόνοια, τρέχουν. Οι καταστηματάρχες αρχίζουν να κατεβάζουν τα ρολά των καταστημάτων. Ξαφνικά ακούγεται πυροβολι­σμός. Ύστερα, στη στοά, από τη μεριά της Πανεπι­στημίου, μπαίνει μία ομάδα τραμπούκων του καθε­στώτος, οπλισμένη με δοκάρια κι αρχίζει να χτυπά στα τυφλά το πλήθος. Οι περισσότεροι τρέχουν πα­νικόβλητοι προς την έξοδο της Σταδίου. Μερικοί κα­τορθώνουν και μπαίνουν στου Λουμίδη. Δύο τρεις α­πό αυτούς είναι γεμάτοι αίματα.
"Οι φονιάδες χτυπούν στο ψαχνό", λένε. "Σφάζουν τα παιδιά στο Πολυτεχνείο. Κάτω η χούντα”.
"Κλείστε τις πόρτες", φωνάζουν κάποιοι.
Οι τραμπούκοι βγαίνουν στη Σταδίου, ενώνονται με άλλους τραμπούκους που ανεβαίνουν και όλοι μαζί, χτυπώντας το πλήθος το σκορπίζουν. Ακούγεται κι άλλος πυροβολισμός.
"Πρέπει να βγούμε από δω", ακούει σε μία στιγμή να λέει πίσω του ο ποιητής Καρούζος ανήσυχος. "Θα μας χτυπήσουν οι δολοφόνοι".
"Έξω ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος. Ας περιμέ­νουμε μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση", φωνάζει κάποιος.
Ο περισσότερος κόσμος δείχνει αναποφάσιστος. Μερικοί ανοίγουν τις πόρτες και φεύγουν. Όσοι έ­μειναν στριμώχνονται στις τζαμαρίες προσπαθώντας να δουν έξω. Ανησυχία, φόβος και οργή λιμνάζουν στην αίθουσα. Κάποια στιγμή, στη Σταδίου, έξω από τη στοά, σκάει ένα δακρυγόνο. Αμέσως μετά, πολλοί ανοί­γουν τις πόρτες και σκορπίζονται. Οι υπόλοιποι φεύ­γουν όταν τα αέρια του δακρυγόνου αρχίζουν να φράζουν την ανάσα και να μαστιγώνουν τα μάτια τους. Ο Ροβύρος από τη στοά Νικολούδη βγαίνει στην Πανεπιστημίου και μπαίνει στην Ιπποκράτους. Από κει, μέσω της Σκουφά, ακολουθώντας το ρεύμα φυγής, φτάνει στον Άγιο Διονύσιο. Εκεί, μέσα σε μί­α ομάδα που κατεβαίνει από το Λυκαβηττό, βλέπει τον Λεωνίδα Χριστάκη που του λέει:
"Όλοι οι δρόμοι προς το Πολυτεχνείο είναι γεμά­τοι από χουντικά καθάρματα που χτυπούν στο ψα­χνό. Μόνο προς τα πάνω είναι ελεύθεροι οι δρόμοι. Πρόσεχε".
Ο Ροβύρος, κόντρα στη συμβουλή του Χριστάκη, ανεβαίνει στον περιφερειακό του Λυκαβηττού και μετά, κατεβαίνοντας στα σκαλάκια της οδού Οίτης, βγαίνει στη Σίνα, πίσω από τον Άγιο Νικόλαο. Εκεί τα πράγματα δείχνουν πιο ήσυχα. Μπαίνει στη Βαλ­τετσίου. Πρέπει να πάει προς τα Εξάρχεια. Το σπίτι των πεθερικών του, όπου βρίσκονται η γυναίκα και το παιδί του, είναι στην Τσαμαδού. Πλησιάζοντας προς την περιοχή του Πολυτεχνείου, διαπιστώνει πως εκεί, εξεγερμένοι δημοκρατικοί πολίτες έχουν καταλύσει το χουντικό κράτος, επεκτείνοντας την ε­λεύθερη περιοχή που έχουν δημιουργήσει οι φοιτη­τές μέσα στο Πολυτεχνείο. Χιλιάδες εξεγερμένοι καίνε, γκρεμίζουν σύμβολα του καθεστώτος. Ανά­βουν φωτιές, καταλαμβάνουν κτίρια. Καταδιώκουν, ξυλοκοπούν έμμισθους πράκτορες του καθεστώτος.
Ο Ροβύρος σκέφτεται πως σύντομα η περιοχή θα μεταβληθεί σε πεδίο μάχης. Πως είναι αδύνατο το φασιστικό καθεστώς να επιτρέψει, αμαχητί, την ε­πέκταση της εξέγερσης σε ολόκληρη την Αθήνα. Έ­τσι παίρνει τη γυναίκα και το παιδί από το σπίτι των πεθερικών του, φτάνει στη Σ. Τρικούπη, με σκοπό να βγούνε στην Αλεξάνδρας και από εκεί, μέσω της πλατείας Βικτωρίας, να φτάσουν στο σπίτι τους.
Ω! πόσο αμέριμνοι, αθώοι, τραγικοί τρέχουμε με­ρικές φορές να συναντήσουμε τους κεραυνούς κά­ποιων γεγονότων! (Όπως το Τίποτα την αρχή του Κόσμου. Όπως ο Κόσμος το Τίποτα).
Ο Ροβύρος κρατά το χέρι της δεκάχρονης Πετρού­λας, της κόρης του, έχοντας δίπλα του την Αναστασί­α τη γυναίκα του και με βήμα γρήγορο διασχίζουν τη Σ. Τρικούπη. Απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τη βοή, τις εικόνες, τους κινδύνους της εξέγερ­σης, πλησιάζοντας όλο και περισσότερο το σημείο πτώσης του κεραυνού. Που είναι αυτός: Σε κάποιο στένωμα του πεζοδρομίου που βαδίζουν και λίγο πριν βγουν στον κάθετο δρόμο της Α. Φωτήλα, ο Ροβύρος αναγκάζεται ν' αφήσει το χέρι της κόρης του για να ελέγξει την ασφάλεια της διέλευσης (μόλις εί­χε ακουστεί πυροβολισμός από εκεί) και αφού πριν διαπιστώνει ότι μπορούν να διασχίζουν τον δρόμο, λέει: ελάτε και ύστερα στρέφει το βλέμμα του προς την Αλεξάνδρας. Ο κεραυνός χτυπά εκείνη ακριβώς τη στιγμή: Ακούγεται κινητήρας αυτοκινήτου, ύστε­ρα ένα γκουπ, ένα φρενάρισμα... Ο Ροβύρος γυρίζει και βλέπει ένα κουλουριασμένο, μικρό ανθρώπινο σώμα να αιωρείται και μετά να χτυπά πάνω σε τοίχο. Ο εγκέφαλός του, για λίγο, αδυνατεί να μετουσιώσει σε νόημα, σε αισθήματα την εικόνα που στέλνουν τα μάτια του. Μία γυναίκα δίπλα του κλαίει, φωνάζει, χτυπιέται και ύστερα αγκαλιάζει ένα ματωμένο παιδικό κορμί. Ένα στρατιωτικό τζιπ έχει σταθεί πάνω στο πεζοδρόμιο κι ένας στρατιώτης ετοιμάζε­ται να κατεβεί. Όμως, κάποιος αξιωματικός με κόκ­κινο σιρίτι τον σταματά και τον διατάζει να φύ­γουν. Ύστερα ο εγκέφαλος του Ροβύρου ερμηνεύει την εικόνα και παράγει τα ανάλογα αισθήματα.
"Σταθείτε", φωνάζει ο Ροβύρος.
Το τζιπ ξεχύνεται προς την Αλεξάνδρας και σύντο­μα χάνεται.
"Δολοφόνοι, το παιδί μας, η Πετρούλα μας", ουρ­λιάζει ο Ροβύρος. (Ο Ταμιωλάκης ακούει από τον κοριό την αναπαράσταση της φράσης και συγκλονί­ζεται. Ο Μπόρας ουρλιάζει σιγά).
(Η αίσθηση της κοινής μοίρας είναι που μας λεί­πει).
Τώρα ο Ροβύρος πιάνει ξανά το νήμα της μνήμης του, αλλά αυτή τη φορά απευθύνεται στο λυκόσκυλο (κι έτσι ο Ταμιωλάκης ακούει):
"Κρατώ το παιδί στα χέρι μου και τρέχω φωνάζοντας βοήθεια. Το κεφάλι του είναι βουτηγμένο στο αίμα και τα μάτια του κλειστά. Όμως αναπνέει. Δί­πλα μου τρέχει κλαίοντας η Αναστασία. Βγαίνουμε στην Αλεξάνδρας και πέφτουμε πάνω σε οδόφραγ­μα. Μέχρι τα Παναθήναια ο δρόμος είναι έρημος. Από μακριά έρχονται κρότοι πυροβολισμών. Στο ύ­ψος της Σόνιας εμφανίζεται τανκ που κατηφορίζει αργά. Περνάω στην λωρίδα καθόδου της λεωφόρου και τρέχοντας φτάνω μέχρι το μνημείο των Νεοζηλανδών. Έξω από την υπόγεια διάβαση διακρίνω κάποιον άντρα να στέκει. Τρέχω προς το μέρος του φωνάζοντας βοήθεια. Εκείνος δεν κουνιέται. Τον πλησιάζω και μου δείχνει το πόδι του. Το παιδί μου κινδυνεύει, του λέω. Μου δείχνει πάλι το πόδι του και μου κάνει: Μία σφαίρα έχει σπάσει το κόκαλο του ποδιού μου. Κι εγώ ψάχνω από ώρα για κάποιον που θα με μεταφέρει σε νοσοκομείο.
Στο μεταξύ, το τανκ έχει σταματήσει καμιά πενηνταριά μέτρα πιο πάνω. Ο πυργίσκος του είναι κλει­στός. Βοήθεια, φωνάζω ενώ τρέχω προς το μέρος του. Όταν το πλησιάζω, όταν οι ελπίδες μου αναπτε­ρώνονται, ακούω ξαφνικά τον κινητήρα του να μου­γκρίζει και ύστερα το βλέπω να στρίβει, να περνά στην απέναντι πλευρά της λεωφόρου και ν’ ανηφορίζει προς τα Παναθήναια. Τις φωνές μου δεν της άκουσαν αλλά, σίγουρα, μας είδαν... Αν είχαν στα­θεί... Αν είχαν βοηθήσει, Μπόρα. Μία κόκκινη μά­σκα έχει σκεπάσει το πρόσωπο της Πετρούλας. Η Αναστασία κινείται δίπλα μου αμίλητη, με μάτια θαμμένα στην απελπισία, στον πόνο. Το μυαλό μου σκέφτεται σε αντίστροφη ταχύτητα μ’ εκείνη του χρόνου. Αρχίζω να τρέχω προς τη μεριά των Αμπε­λοκήπων... Σε μία στιγμή ακούγεται σειρήνα νοσο­κομειακού. Σταματάμε. Πίσω μας έρχεται με ταχύτη­τα ένα νοσοκομειακό. Επιτέλους. Στεκόμαστε στη μέση της λεωφόρου. Η Αναστασία αφήνει ένα ανα­στεναγμό ανακούφισης και μετά σωριάζεται στην ά­σφαλτο. Το νοσοκομειακό σταματά δίπλα μας. Το παιδί μας πεθαίνει, γρήγορα να πάμε σ’ ένα νοσοκο­μείο, λέω στον οδηγό. Αλλά εκείνος, αντί να κατεβεί, αρχίζει να κινεί το αυτοκίνητο. Στην Σ. Τρικούπη εί­ναι μία κλινική, λέει ενώ πατάει γκάζι. Προφταίνω να δω το εσωτερικό του νοσοκομειακού. Ήταν γε­μάτο με οπλοφόρους που φορούσαν πολιτικά. Δολο­φόνοι, σταθείτε, ουρλιάζω. Αλλά εκείνοι χάνονται, Μπόρα. Προσπαθώ να συνεφέρω την Αναστασία. Τι έγινε το νοσοκομειακό; με ρωτά όταν συνέρχεται. Οι φασίστες έφυγαν, της λέω. Κουράγιο. Πάμε για τη Σ. Τρικούπη. Υπάρχει μία κλινική εκεί. Τρέχουμε αλα­φιασμένοι πίσω από τον χρόνο. Πίσω μας τρέχει και ο θάνατος. Μπαίνουμε στη Σ. Τρικούπη. Περνάμε το σημείο που το τζιπ τραυμάτισε την Πετρούλα και λί­γα μέτρα πιο κάτω βλέπουμε μία κλινική. Όμως ο θάνατος μας πρόφτασε λίγα λεπτά αργότερα, Μπό­ρα. Δυστυχώς, χάθηκε πολύτιμος χρόνος... μας είπε ένας γιατρός... Η Πετρούλα είχε πεθάνει, Μπόρα. Σίγουρα καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό..." Στο σημείο αυτό η αφήγηση του Μαυράκη, διακόπτεται και ο Ταμιωλάκης ακούει τον ήχο αναπτήρα που α­νάβει.