Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014
Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014
Απόσπασμα από την 3η έντυπη
έκδοση
(που σύντομα θα
κυκλοφορήσει)
του μυθιστορήματος:
«ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ»
(μια άλλη διάσταση του αστυνομικού
μυθιστορήματος)
Ο ΡΟΒΥΡΟΣ
ΚΑΤΗΦΟΡΙΖΕΙ ένα πράσινο λόφο. Ξημερώνει. Δυο τρία χιλιόμετρα πιο κάτω
αρχίζει μία θάλασσα, της οποίας το τέλος σβήνει στο βάθος του ορίζοντα. Είναι
μία αίσθηση συμφιλίωσης μέσα του. Κάτι λυτρωτικό, απέραντα φιλικό, αλλά άγνωστο
φωλιάζει μέσα του, αλλά και παντού ολόγυρα, μέχρι πέρα, στο βάθος του χώρου.
Υπάρχει μία άδηλη υπόσχεση μέσα του. Καταλαβαίνει πως διασχίζει ένα απέραντο
όνειρο.
Ξαφνικά, μέσα στην ησυχία του τοπίου, ακούγονται
παιδικές φωνές, γέλια. Γυρίζει και βλέπει πίσω του μία ομάδα μικρών παιδιών να
κατηφορίζει προς το μέρος του, χαιρετώντας τον. Όταν τον πλησιάζουν, κάτι
αποδυναμώνεται από την αίσθηση που υπάρχει στο είναι του.
"Μα, πρόκειται για τα παιδιά που... Για τα δεκαεπτά
παιδιά...”, λέει, άγνωστο σε ποιον.
Τα παιδιά τώρα έχουν φτιάξει έναν κύκλο χαράς και
παιχνιδιού γύρω του. Θέλει κάτι να τους πει, αλλά δεν μπορεί να μιλήσει.
Προσπαθεί, προσπαθεί, αλλά η λέξη που θέλει να προφέρει, δε σχηματίζεται. Τη
γνωρίζει. Τη νιώθει. Όμως, δεν μπορεί να την κάνει ήχο. "Ροβύρο, δεν
πειράζει", του λένε τα παιδιά. "Δεν πειράζει" και αρχίζουν ν’
απομακρύνονται γοργά, κατηφορίζοντας προς τη θάλασσα.
Η αίσθηση που τον κατέχει, αρχίζει να επανέρχεται
στην πρώτη της ένταση. (Είναι η αίσθηση που παράγει η Συγγνώμη, η αμφίδρομη
αίσθηση που θα φέρει η ερμηνεία του Κόσμου, από το Ελάχιστο στο Μέγιστο. Από
τα όντα στο Ον. Και αντίστροφα).
Όταν τα γέλια και οι χαρούμενες φωνές των παιδιών
σβήνουν, ο Ροβύρος, από ένα βύθισμα του εδάφους, βλέπει ξαφνικά έναν άντρα να
του χαμογελά. Αμέσως τα συναισθήματά του διαμορφώνονται όπως, πριν λίγο, και
με τα παιδιά.
"Μα είναι ο φονιάς των δικών μου, που
σκότωσα", μονολογεί.
"Δεν πειράζει, Ροβύρο", του κάνει ο άντρας
χαμογελώντας πάντα. "Θα συναντηθούμε όλοι στην παραλία".
Λίγο πιο κάτω, συναντά, διαδοχικά, όλα τα θύματά του.
"Δεν πειράζει, Ροβύρο", του λένε όλα με
χαμόγελο. Με πειστικότητα.
Πλησιάζοντας στη παραλία, βρίσκεται πάνω από το μυχό
ενός κόλπου. Είναι κόσμος, ιστιοφόρα και υλοποιημένα όνειρα μέσα στον κόλπο.
Είναι η αντιστροφή του Κόσμου, μέσα εκεί. Το Επέκεινα. Η Πετρούλα, η
Αναστασία, οι γονείς, οι φίλοι, οι γνωστοί, οι άγνωστοι. Τα ζώα, τα φυτά
Γενικά, όλοι όσοι και όσα υπήρξαν και του λένε:
"Δεν πειράζει Ροβύρο. Δεν πειράζει. Έλα".
Είναι εκείνο που έπρεπε να είναι, το Είναι του Κόσμου,
μέσα στον κόλπο. Αυτοπροσώπως, ο Θεός, φορώντας την τελευταία Του μάσκα. (Πίσω από την έσχατη
μάσκα τον Θεού, υπάρχει το πρόσωπο των ονείρων μας. Και υπήρξαν όμορφα, αγαθά,
όλο αγάπη τα όνειρα των όντων).
Τρέχει ένα αεράκι πάνω από τον κόλπο, πάνω από τη
θάλασσα. Άσπρα θαλασσοπούλια φτερουγίζουν ανάμεσα στο γαλάζιο του ουρανού και
της θάλασσας. Τα πλοία με τ’ ανοιχτά πανιά ταξιδεύουν για τη χώρα που βρίσκεται
πίσω από τον ορίζοντα. Για το έσχατο όνειρο. (Πάλι γι’ αυτό το Όνειρο σας
μιλάω).
Ο Ροβύρος, η Πετρούλα και η Αναστασία, ακουμπισμένοι,
αγκαλιασμένοι σε κάποια πλώρη, ρουφάνε αχόρταγα την αρμύρα της θάλασσας, τον
πρόλογο εκείνου που έρχεται.
Ξαφνικά, παράλογα, μέσα στο απέραντο μπλε, πέφτει η
αστραπή του Πραγματικού και το όνειρο θρυμματίζεται.
Είναι πάνω σ’ ένα κρεβάτι, μέσα σ’ ένα μικρό, άσπρο
δωμάτιο, ο Ροβύρος. Φυλακισμένος σ’ ένα κελί της πραγματικότητας είναι, με τις
μνήμες του έτοιμες να τον κατασπαράξουν.
"Ελάτε να φάτε ό,τι απέμεινε", ψιθυρίζει.
Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014
Μια κριτική για το
ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ
Θανάσης Μάργαρης (εφημερίδα Ελευθερία –ένθετο: Reporter- Λάρισας 18/6/1995):
«…Ο Δ. Φ.
μετά τα δέκα βιβλία εσχατολογικής ουτοπίας κυκλοφόρησε πρόσφατα το νέο βιβλίο
του Πέρα Από
Την Έρημο Του Μίσους, ακολουθώντας ένα νέο στυλ και μία ρέουσα γραφή, δημιουργώντας
έτσι μία μυθιστορία πολιτικής φαντασίας, πρωτόγνωρη για Έλληνα συγγραφέα… Ένα
φιλοσοφικό δοκίμιο το βιβλίο του Δ. Φ. με μία γραφή όμως απλή και αγχώδη,
νευρική και τολμηρή. Ένα θρίλερ, κατά τη γνώμη μου, που θα καθηλώσει τον
αναγνώστη, μέχρι την απροσδόκητη κατάληξή του…».
Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ
ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
ΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
(1999-2014)
2014-10-22 (529)
? Υπαρξιακό
e-mail στον
Φρίντριχ (ενώ συνεχίζω την ανάγνωση του «Αντίχριστου»): Δεν είδες την παγίδευση
των όντων μέσα στους (φονικούς) όρους της Ύπαρξης και γι αυτό κατακρίνεις,
εχθρεύεσαι τους αδύναμους, τη συμπόνια, τον οίκτο, την υπαρξιακή αλληλεγγύη,
την Αγάπη τελικά. Την κοινή πορεία προς
το Επέκεινα. Ονειρεύτηκες τον άνθρωπο της δύναμης, τον πέρα από το Καλό και το
κακό, και όχι των υπεράνθρωπο του Καλού που θα καταλύσει τους ακατανόητους
Όρους της Ύπαρξης. Όλα αυτά όμως μέχρι τη στιγμή που αγκάλιασες εκείνο το άλογο
που κάποιος το μαστίγωνε, αγκαλιάζοντας ταυτόχρονα και την έννοια της
Υπαρξιακής Αγάπης. Τότε που ούρλιαξες προς την όποια Πρώτη Αιτία την απορία
σου, το παράπονό σου, την εξέγερσή σου, την υπαρξιακή αναρχία σου, αλλά
(ονειρεύομαι, ελπίζω) της είπες: Δεν πειράζει, μετατρέποντας τον υπεράνθρωπο
της Αγάπης σε ισόθεο ον, που ίσως είναι ο τελικός προορισμός του (μας).
Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014
Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ
ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
ΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
(1999-2014)
? Διαβάζω αυτό: Ρωτάται τι είναι
καλό; Μα, αυτό που ανυψώνει το ανθρώπινο είδος, η αίσθηση της δύναμης και της θέλησης
για δύναμη.
Και το κακό; Αυτό που είναι ριζωμένο στην
αδυναμία.
Ρωτάτε τι είναι ευτυχία; Η αίσθηση πως η
δύναμη αυξάνεται, μαζί με την
αντίσταση.
Δεν είναι η ικανοποίηση μα η δύναμη, δεν
είναι η ειρήνη, βέβαια, αλλά ο πόλεμος, δεν είναι η αρετή αλλά η αξία.
Αν αγαπούσαμε πραγματικά τους ανθρώπους, θα
βοηθούσαμε να εξαφανιστούν οι ανίσχυροι και οι εκφυλισμένοι. Δεν υπάρχει τίποτα
ποιο βλαβερό από τον οίκτο που αισθανόμαστε για τους αδύνατους και τους εκφυλισμένους,
με λίγα λόγια, γι΄ αυτούς που αγκαλιάζει ο χριστιανισμός.
Και σκέφτομαι: Μοιάζει σαν γραμμένο από κάποιον
θεωρητικό του ναζισμού. Αλλά, αλίμονο είναι γραφτό του ερημίτη της Ενγκαντίν,
του Σιλς Μαρία, του Νίτσε δηλαδή! Και σίγουρα ένας προπομπός της φρίκης των
στρατοπέδων εξόντωσης εκατομμυρίων ανθρώπων. Κρίμα… Που δεν μπόρεσε να δει ο
Νίτσε ποιον ανθρώπινο τύπο θα γεννούσε η Θέληση για Δύναμη που οραματίστηκε. Παράξενο,
που δεν κατάλαβε πως η εντελέχεια της Δύναμης, μετά την εξόντωση
των αδύναμων, των εκφυλισμένων θα έστρεφε τους δυνατούς
ενάντια στους δυνατούς. Λυπηρό, που δεν κατάλαβε πως αυτό θα ήταν η πραγμάτωση της
έσχατης μορφής του Μηδενισμού. Ακατανόητο που δεν σκέφτηκε πως η Μέγιστη Δύναμη
είναι το αγκάλιασμα των ανθρώπων μέσα στην αιματηρή, αινιγματική έρημο της ύπαρξης
στην πορεία τους προς το Επέκεινα. Που
δεν κατάλαβε πως είμαστε παγιδευμένοι μέσα στους όρους της ύπαρξης, που δεν
θέσαμε, αλλά αντιμαχόμαστε. Πως όλοι μας ακόμα και οι «ένοχοι» υπήρξαμε αθώοι.
Όμως, από αυτόν τον τραγικό μοναχικό στοχαστή, κρατάω
μόνο αυτό, που ήταν η έμπρακτη άρνηση, όσων παράθεσα πιο πάνω από το βιβλίο του
«Ο ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ»: Το αγκάλιασμα και το φίλημα σε ένα άλογο που είδε να μαστιγώνει
το αφεντικό του, μια χειμωνιάτικη μέρα του 1888 στο Τουρίνο (;) λίγο πριν η
παραφροσύνη τον τραβήξει στο σκοτάδι της. Και είναι για μένα η υπόξειξή του πως
πρέπει ο Άνθρωπος να πορευτεί προς το Επέκεινα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
