ανοιχτο ηλεκτρονικο ημερολογιο ενος συγγραφεα

σκεψεις...

Ετικέτες

Ο (1) τι δεν... (1)

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

22η...


22η άποψη:

4Δ.Στουπάκης (Φως Καΐρου 12/3/71. Για την ¨Έκρηξη): «Συνδυασμός μεταφυσικού συλλογισμού, πραγματικότητας και μηδενισμού… Ο Φλωράκης κατέχει την τέχνη να συναρπάζει με την έξαρσή του και τον ορμητικό του τρόπο και με τ΄ ανήσυχα κι ερευνητικά διανοήματά του…».

Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

νέο απόσπασμα από...


Απόσπασμα από το8ο βιβλίο

 

της 11/λογίας της Υπαρξιακής Αναρχίας/Εσχατολογικής Ουτοπίας

 

Η ΕΣΧΑΤΗ ΑΝΑΡΧΙΑ

(3 έντυπες εκδόσεις + 1 σε e-book)

Τώρα, εγώ ο Τίτος, ο αφηγητής αυτής της ιστορίας, αφού παραχώρησα, για λίγο, τη θέση μου στον δημιουργό μου συγγρα­φέα, πρέπει να συνεχίσω:
Είμαι στον σταθμό 14 του μετρό, όπου περιμένω τον συρμό 21 για το δυτικό πάρκο. Ο χρόνος που γίνεται αυτό βρίσκεται στο παρόν. Στο τώρα του τότε, του μετά, για να ’μαι πιο σωστός. Ο λόγος που θέλω να πάω στο δυτικό πάρκο, μου είναι άγνω­στος, μπορεί δε κι ανύπαρκτος.

Ο συρμός έρχεται. Η πόρτα ενός βαγονιού ανοίγει μπρος μου και μπαίνω. Μια γυναίκα με ψαρά μαλλιά, με την πλάτη γυρισμένη σε μένα, είναι ο μοναδικός επιβάτης. Κάθομαι. Ο συρ­μός ξεκινά. Ανάβω τσιγάρο και πέφτω σε κενό σκέψεων και συναισθημάτων.
Ξαφνικά, η γυναίκα με τα ψαρά μαλλιά γυρίζει προς τη μεριά μου και τότε βλέπω το πρόσωπό της.

Βγαίνω από το κενό και βρίσκομαι σε μια μάζα σκέψεων και συναισθημάτων.
Η γυναίκα με τα ψαρά μαλλιά είναι η Ανάφη. Το πρόσωπο του πιο δυνατού και ανεξήγητου πόθου μου. Ενός διχασμού μου. Η αιτία μιας διπλής ενοχής μου.
Αν και για χρόνια συχνάζαμε στο καφέ Αρζεντίνα, δεν την είχα προσέξει ιδιαίτερα. Μέχρι που κάποια μέρα, απότομα, μ’ αφορμή μια της χειρονομία, κάποιο της βλέμμα, η προσοχή μου, το ενδιαφέρον μου σκάλωσαν πάνω της. Ξαφνικά, ένας φοβερός πόθος γιγαντώθηκε στο είναι μου, και στο δικό της νομίζω. Ό­μως, ανάμεσα στο αντικείμενου του πιο τρελού μου πόθου και στην εκπλήρωσή του, υπήρχαν κάποια εμπόδια. Υπήρχε η αγάπη μου για την Άννα. Ένας φόβος για μένα και για κείνη. Μια α­νεξιχνίαστη άρνηση. Έτσι άρχισε μια πάλη μέσα μου. Μια φυγή από κάτι που ήθελα τόσο πολύ. Μια φυγή που επιταχύνθηκε ό­ταν η στάση μου έδειχνε ένα αποφασιστικό πλησίασμα. Κι όσο απομακρυνόμουν από κοντά της, τόσο ο πόθος μου γιγαντωνό­ταν, κι όσο αυτό συνέβαινε, τόσο απομακρυνόμουν. Ώσπου, ε­κείνη έριξε μια σκληρή σιωπή ανάμεσά μας. Χάθηκε με την ορμή που με είχε πλησιάσει. Φοβάμαι ότι την πλήγωσα.
Τώρα με κοιτά με βλέμμα αυστηρό, απόμακρο, πληγωμένο.
«Ανάφη», της λέω. «Ανάφη, αν ήξερες δε θα με κοιτούσες έτσι».
«Αν ήξερα τί;» μου κάνει μ’ εκείνη την ωραία φωνή που άφηνε πίσω της μια αίσθηση ευθύτητας.
«Το πόσο σε πόθησα. Σε τι διχασμό, για χρόνια, μ’ έσπρω­ξες...».
Ένα φως έρχεται μέσα στ’ αυστηρό, απόμακρο, πληγωμένο βλέμμα της. Ένα φως ελπίδας.
«Ώστε έτσι», λέει. Και το φως των ματιών της αρχίζει να εκτοπίζει τα μαχαίρια που με σφάζουν.
Υπάρχουν δυο χείλια απέναντι μου, ένα κορμί που πόθησα και ποθώ ακόμα, μ’ όλα τα δικά μου εμπόδια γκρεμισμένα πια, μέσα στη νέα πραγματικότητα.
«Ω πόσο ευτυχισμένος θα γινόμουν αν θα μπορούσες ν’ ανεχτείς τη δίψα μου για σένα», της λέω.
Δεν απαντά. Δε μου δίνει με κάτι το ελεύθερο να την πλησιάσω. Βέβαια, τα μάτια της έχουν εκείνο το φως μέσα τους, αλλά αυτό μπορεί να λέει πολλά πράγματα.
Μπορεί να λέει: «Τώρα πια όχι».
Μου ’ρχεται μια σκέψη. Αυτή:
Πρέπει να δοκιμάσεις. Να της δώσεις έτσι την ευκαιρία μιας απόρριψής σου. Θα ’ναι μια ικανοποίηση που τη δικαιούται, που της τη χρωστάς. Και πλησιάζω τα χείλη της. Το κορμί της. Την ανάσα της. Τον κρατήρα του πόθου μου.
Ποτέ δεν είχα λέξεις για κάποια μου συναισθήματα, για κάποιες μου σκέψεις. Ούτε τώρα έχω για ό,τι ένιωσα μέσα σε κείνο το βαγόνι του συρμού που πήγαινε στο δυτικό πάρκο. Πώς λοιπόν να περιγράψω τη διάσπαση του πόθου μου μέσα στο κορμί τής Ανάφης; Του πόθου της στο δικό μου; Η λέξη απερί­γραφτο, είναι αναιμική, άδικη. Γι’ αυτό, υποχρεωτικά, κάνω ένα άλμα πάνω στα γεγονότα του βαγονιού, και φτάνω στη στιγμή που η Ανάφη κι εγώ, αγκαλιασμένοι, μπαίνουμε στο δυτικό πάρ­κο, από την κεντρική πύλη.
Διασχίζουμε την καμάρα με τους κισσούς και φτάνουμε στο μονοπάτι που βγάζει στον ελαφότοπο. Το ακολουθούμε.
«Θα ’ταν άδικο, να μη συμβεί στη ζωή μας ό,τι άρχισε πριν», λέω.
«Θα ’ταν», μου κάνει κι εκείνη.
Δαγκώνω απαλά τα χείλη της, τη γλώσσα της. Σφίγγω τα στήθη της. Λεηλατώ τα πόδια της, μέχρι εκεί που τελειώνουν. Τελειώνουμε, ταυτόχρονα, και οι δυο. Κι αυτά όλα σε μια ά­φθαρτη επανάληψη. (Κυνισμός είναι αυτό: Αιωνιότητα και ηδο­νή, είναι οι μοναδικοί μας πόθοι).

21η


Για να κρίνουμε τους κρίνοντες:

 

21η άποψη:

4 Άλκης Θρύλος: (κάρτα, για την Έκρηξη): «…Με γάντζωσε το θέμα του. Πολλές ωραίες ψυχολογικές παρατηρήσεις με κέντρισαν…».

Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

γράμμα σε ένα φίλο...


Απάντηση στο συνημμένο  ενός Φίλου:

Το γεγονός πως ο Θεοδωράκης (του Ποταμιού)δεν έκανε ποτέ λόγο για τη ληστεία των συντεχνιών σε βάρος των μη συντεχνιακών (ανίσχυρων πολιτών β κατηγορίας του ιδιωτικού τομέα με τους 1.350.000 ανέργους) ιδιαίτερα της συντεχνίας του (των δημοσιογράφων) που 40 χρόνια μέσω του ληστρικού αγγελιοσήμου χαρατσώνει αναίσχυντα (παρέα με τις άλλες συντεχνίες) τον λαό, σημαίνει πως είναι κι αυτός μια από τα ίδια. Τόνισε τα αδύνατα σημεία των άλλων κομμάτων κι έκρυψε τα δικά του, για ν’ αλιεύσει ψήφους.  Νάνοι ηθικής (αντάξιοί μας) μας κυβερνούν ή θα μας κυβερνήσουν. Υπάρχει ένα τεράστιο έλλειμμα Ηθικής που ναρκώνει (αν δεν σκοτώνει) τη λογική, την αίσθηση δικαίου, αλληλεγγύης ωραίων αισθημάτων σ’ αυτή τη θλιβερή (αλλά πάντα αγαπημένη) χώρα [με 300+ φόρους υπέρ τρίτων, με δικαστικούς που ορίζουν το ύψος των αμοιβών τους και όχι η κυβέρνηση σύμφωνα με τα έσοδά της, με πολιτικούς που διόριζαν στη βουλή συγγενείς, φίλους και δώριζαν 16 μισθούς τον χρόνο, με διαμορφωτές τις κοινής γνώμης που σιωπούν εκεί που έπρεπε να μιλήσουν, με πλεονάζοντες, τουλάχιστον 30% περισσότερους, καλοπληρωμένους -μόνο αυτών το κόστος 40 χρόνια τώρα καλύπτει τα 300 δις του χρέους - 50% περισσότερο από τον ιδιωτικό τομέα που παράγει έργο, ελέγχεται αυστηρά για την απόδοσή του, δεν διορίζεται χαριστικά, βιώνει αγωνία για το εργασιακό του αύριο) άνετα εργαζόμενους, χωρίς αγωνία για το εργασιακό τους μέλλον, χωρίς έλεγχο της απόδοσής τους, με συνεχείς απεργιακούς εκβιασμούς που ταλαιπωρούν τους αδύναμους συμπολίτες τους, με άρνηση να πληρώσουν το χρέος του υπερδανεισμού που η συντεχνία των πολιτικών χρέωνε τη χώρα , ουσιαστικά τον ιδιωτικό τομέα δηλαδή, για να αγοράσει τη ψήφο τους, με σοσιαλιστές ροζ, κόκκινους που αντί να πουν στα δυο κόμματα εξουσίας: «Ρε μοιραίοι, που οδηγείτε τη χώρα με τον παράλογο δανεισμό;» έλεγαν (για να μη χάσουν ψήφους) πως τα όσα χαρίζονταν στις κρατικές συντεχνίες ήσαν ψίχουλα!, πίστευαν πως σοσιαλισμός είναι το τι θα αρπάξεις από τον διπλανό σου και όχι το τι θα προσφέρεις στην κοινωνία. Ένα δημοκρατικό κόμμα που θα δαμάσει το Ηθικό έλλειμμα χρειάζεται η πατρίδα μας, αλλά νιώθω πως δεν είναι ικανή (προς το παρών) να το ιδρύσει… (Αυτό το Ηθικό έλλειμμα –που ΟΙ ΟΡΟΙ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ: “Ο άλλος άνθρωπος, το άλλο ον, είναι ή ο εκπληρωτής της ανάγκης σου για δύναμη, κατάχτηση, κυριαρχία, ηδονή, ή ο εχθρός σου”- μας έθεσαν- ταλαιπωρεί την ανθρώπινη Ιστορία. Αυτό είναι το αίτιο της τραγωδίας μας, που όμως με τις θρησκείες, τη φιλοσοφία, την Τέχνη προσπαθούμε να εξαλείψουμε, ή έστω να μειώσουμε. Γι αυτό είμαστε όλοι αθώοι, τραγικοί, καταδικασμένοι (από την όποια ακατανόητη Πρώτη Αιτία Δημιουργίας) με πόνο δάκρυα και αίμα, να διορθώσουμε την Ηθική μας αναπηρία. Να πραγματώσουμε την Ουτοπία της Αγάπης, της κατανόησης, της συγνώμης, ακόμα και προς την Πρώτη Αιτία της Δημιουργίας].
Καλή σου μέρα φίλε Συμεών. Και συγνώμη για τις πολλές παρενθέσεις και αγκύλες.

free...


Σήμερα Σάββατο 28/6/2014

 

Free στο ΑΜΑΖΟΝ:


 


 


 

για τους αγγλόφωνους του πλανήτη.

διαβάστε τα, ή αν ήδη τα έχετε διαβάσει

βαθμολογείστε τα με όσα αστέρια

πιστεύετε πως αξίζουν.

από...


Απόσπασμα από:

ΤΟ 15/χρονο (1999 – 2014)

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

ΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ê

2014-06-28 (507)

? Το ερώτημα ήταν: «Γιατί όλες οι ουμανιστικές προτάσεις των θρησκειών, των πολιτικών θεωριών καταλήγουν ουτοπικές;»

Γιατί εκείνοι που τις ευαγγελίζονται δεν μπορούν να τις υλοποιήσουν με τον βίο τους, απάντησα.

απόσπασμα...


Απόσπασμα από το 8ο βιβλίο

 

της 11/λογίας της Υπαρξιακής Αναρχίας/Εσχατολογικής Ουτοπίας

 

Η ΕΣΧΑΤΗ ΑΝΑΡΧΙΑ

 

(3 έντυπες εκδόσεις + 1 σε e-book)

ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ.

Η Άννα και η Σίλβα έχουν μείνει στο σπίτι κι εγώ κάνω διακοπές μόνος στον κόλπο των βράχων.
Είμαι στο τώρα της γνωστής σας πραγματικότητας, και ψαρεύω μέσα από μια βάρκα, ανοιχτά του κόλπου. Τα νερά είναι ακίνητα, αρυτίδωτα, σε χρώμα βαθύ μπλε. Πάνω μου κάτι λευ­κά θαλασσοπούλια, νομίζεις πως γράφουν ακατανόητες λέξεις στον ουρανό.
Μετά τα όσα έζησα στον ελαφότοπο, υπάρχει μια αθωότητα μέσα μου. Μια απέραντη λευκότητα, μια γλυκιά, χαρούμενη η­συχία, καλύπτει την ψυχή μου, μέχρι το τέλος των οριζόντων της.
Μαζεύω την πετονιά του ψαρέματος και βγάζω το δόλωμα. Έχει προηγηθεί αυτή μου η σκέψη:
«Τα όντα είναι πεταμένα σε μια αρένα αλληλοεξόντωσης. Ο οργανωτής αυτού του μακελειού, ο χωρόχρονος, η φύση, αν θέλετε, σε μια τουλάχιστον περίπτωση, τη δίκιά μου, δείχνει να σταματά αυτή την ακατανόητη σφαγή. Έχω διαισθητικούς λό­γους να πιστεύω πως κάπου στο μέλλον, η σφαγή θα σταματήσει ολοκληρωτικά. Κι όταν το μέλλον θα μπει στο παρόν, θα τη δω, θα τη ζήσω αυτή την ειρηνική μεταστροφή. Βέβαια, το καλό τέ­λος του Γίγνεσθαι δεν καταργεί το ερώτημα, την απορία για μια όμοια αρχή του. Αλλά ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας. Στο κά­τω κάτω, ίσως να μην μπορούσε να συμβεί διαφορετικά. Ίσως υπήρχε μια αντιπαράθεση αντιθέτων πραγμάτων, αναγκαία, για να καταλήξει το Όλο σ’ αυτήν τη σύνθεση. Ίσως όσα υπήρξαν, όπως υπήρξαν, να ’σαν πρόλογος, απαραίτητος, για την κατάκτηση του κύριου έργου της δημιουργίας. Στο κάτω κάτω της γραφής, με πρώτη ύλη το Μηδέν, δεν είναι εύκολο για κανένα, να φτιάξει κάτι τέλειο με την πρώτη προσπάθεια.
Όταν κατασκευάζεις τον εαυτό σου από τον εαυτό σου (αυτό ισχυρίζονται οι δυο και μοναδικές ερμηνείες του Κόσμου, που σκεφτήκαμε μέχρι τώρα) είναι μοιραίο να κάνεις και κάποια λάθη, αντιγράφοντας τον εαυτό σου. Αλλά, τέλος καλό, όλα κα­λά. Αυτή η φράση ταιριάζει απόλυτα με την περίπτωση, ή, έστω, με το πιστεύω μου. Και για όποιον δεν πείθεται, έχω να πω αυ­τό: Και η δημιουργία δικαιούται την κατάκτηση της αθωότητάς της.                         
Εδώ αρχίζει να εξαφανίζεται η νομοτέλεια, η αναγκαιότητα, η αιτιοκρατία, ακόμα και το τυχαίο, και μείς θα καθόμαστε σαν πεισματωμένα παιδιά να κλαίμε απαιτώντας μια διαφορετι­κή αρχή. Μια αποκατάσταση, την οποία, μάλιστα, κατά κάποιον τρόπο, την έχουμε κιόλας;
Αυτά σκέφτηκα και μετά βούλιαξα στη θάλασσα. Κάποιες φορές, η γνωστή μας πραγματικότητα είναι ωραία. Να όπως τώ­ρα που κολυμπάω στο βαθύ μπλε της θάλασσας.
Οι διακοπές μου τελείωσαν. Γύρισα στην Άννα και στη Σίλβα και στην ρουτίνα του γραφείου, όντας σε μια κανονική ροή του χρόνου. Χωρίς πηδήματα στο παρελθόν, στο μέλλον.